νηυσιπέρητος
νηυσιπέρητος, ον, v. ναυσιπέρατος.
νηυσι·πέρητος, v. ναυσιπέρατος.
νηυσιπέρητος, ion. = ναυσιπέρατος, Her. 1.193, sonst auch getrennt geschr., wie 1.189.
νηυσιπέρητος, ον,
v. ναυσιπέρατος.