νήφαλος Save LSJ Bailly 2024 νήφᾰλ-ος, = νηφάλιος, Orac. ap. Phleg. Fr. 36.10 J. νήφαλος, ος, ον [ᾰ] c. νηφάλιος, Oracl. (Phlég. tr. Mir. 10, 22).