Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νηφάλεος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νήστιμος
νῆστις
νηστοποσία
νηστοποτέω
νηστός
νησύδριον
νήσυρις
Νησώ
νήτεα
νήτη
νητική
νήτιτος
νητοειδής
νητός
νῆτος
νητρεκέως
νητρεκής
νῆτρον
νῆττα
νηττάριον
νηττίον
νηττοκτόνος
νηττοφόνος
νηττοφύλαξ
νήϋγμος
νηῦς
νηυσιπέρητος
νήϋτμος
νηφαίνω
νηφαλέος
νηφάλεος
νηφαλεότης
νηφαλέως
νηφαλέωσις
νηφαλιεύς
νηφαλιεύω
νηφαλίζω
νηφάλιμος
νηφάλιος
νηφαλιότης
νηφαλισμός
νηφαλίως
νήφαλος
νηφαντικός
νηφαντός
νηφόντως
νήφοσι
νήφρων
νήφω
νήφων
νηχαλέος
νηχεῖον
νηχέμεναι
νήχι
νηχοτάλαντοι
νήχυτος
νήχω
νῆψις
νήω
νηῶν
νηωποιεῖον
…
νηφάλεος
Save
Bailly 2024
νηφάλεος,
α, ον
[
ᾰ
]
c.
νηφάλιος,
Phil.
1, 103
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}