νηφαλέος
νηφαλέος, sanely
νηφᾰλ-έος, α, ον,
- = νηφάλιος, Hdn.Gr. 2.908, al.; = σώφρων, Suid., cf. Max.Tyr. 9.3, Agath. 2.3, Sch. Il. 23.398 (Sup.). Adv. -έως sanely, ξυντελέσαι δόμον Aret. SD 1.6.
νηφαλέος, = νηφάλιος, Suid. u. EM.