Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νιφέμεν
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νισαῖος
Νισιβηνοί
Νίσιβις
νίσομαι
Νῖσος
νίσσομαι
Νίσσος
Νισύριοι
Νισυρῖτις
Νίσυρος
Νίτητις
νίτρασμα
νιτρέλαιον
νιτρία
νιτρική
νιτρῖτις
νιτριώτης
νίτρον
νιτροπηγικός
νιτροποιός
νιτρόω
νιτρώδης
νιτρωδία
νίτρωμα
Νίτωκρις
νίφα
Νιφάντης
νιφαργής
νιφάς
Νιφάτης
νιφέμεν
νιφετός
νιφετώδης
νιφοβλής
νιφόβλητος
νιφοβολία
νιφόβολος
νιφόεις
νιφόκτυπος
νιφοστιβής
νιφοψυχής
νίφω
νίψ
νιψ
νίψα
Νιψαῖοι
νίψις
νίψω
νίωπον
νόα
νόαρ
νοαρέως
νοαρός
Νόαρος
νοβακκίζειν
νοέμβριος
νοερητόκος
νοερηφόρος
νοερός
νοερότης
νοεροτόκος
…
νιφέμεν
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
νιφέμεν,
v.
νίφω
.
νιφέμεν
ep. inf.
van
νίφω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}