νιφοβλής
νῐφο-βλής, ῆτος, ὁ, ἡ,
- = νιφόβολος, Ἄλπεις AP 9.561 (Phil.).
νιφο·βλής, ῆτος (ὁ, ἡ) [ῐ] c. les suiv. Anth. 9, 561.
νιφοβλής, ῆτος, = νιφόβλητος, Ἄλπεις νιφοβλῆτες, Philp. 68 (IX.561).
νιφοβλής
νῐφο-βλής, ῆτος, ὁ, ἡ,
= νιφόβολος, Ἄλπεις Anth.