Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοαρέως
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νιτρώδης
νιτρωδία
νίτρωμα
Νίτωκρις
νίφα
Νιφάντης
νιφαργής
νιφάς
Νιφάτης
νιφέμεν
νιφετός
νιφετώδης
νιφοβλής
νιφόβλητος
νιφοβολία
νιφόβολος
νιφόεις
νιφόκτυπος
νιφοστιβής
νιφοψυχής
νίφω
νίψ
νιψ
νίψα
Νιψαῖοι
νίψις
νίψω
νίωπον
νόα
νόαρ
νοαρέως
νοαρός
Νόαρος
νοβακκίζειν
νοέμβριος
νοερητόκος
νοερηφόρος
νοερός
νοερότης
νοεροτόκος
νοερῶς
νοερωτός
νόες
νοέω
νόημα
νοηματίζω
νοηματικός
νοημάτιον
νόημι
νοήμων
Νοήμων
νοήρης
νοηρός
Νόης
νόησις
νοητάρχης
νοητέον
νοητικός
νοητός
νοητῶς
νοθαγενής
…
νοαρέως
Save
LSJ
νοαρέως, Adv. v. νοήρης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}