νωθρότης
νωθρότης, sluggishness
νωθρ-ότης, ητος, ἡ,
- = νωθρεία, Hp. Prorrh. 1.13, 70, Arist. Rh. 1390b30; ἡ ἐκ τοῦ γήρως ν. LXX 3 Ma. 4.5: pl., Gal. 8.161.
νωθρότης, ητος (ἡ) lenteur, nonchalance, Hpc. 171c ; Arstt. Rhet. 2, 15, 3.
Étym. νωθρός.
νωθρότης, ητος, ἡ, Trägheit, Langsamkeit, Faulheit ; καὶ ἀβελτερία, Arist. rhet. 2.17.2 ; Sp., wie Plut.