Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νωκελίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νώδυνος
νῶε
Νῶε
νώθεια
νωθής
νωθητός
νωθός
νωθουρίς
νώθουρος
νωθράς
νωθρεία
νωθρεπιθέτης
νωθρεύω
νωθρία
νωθριάω
νωθρίη
νωθροκάρδιος
νωθροποιός
νωθρός
νωθρότης
νωθρώδης
νωθρῶς
νωθώδης
νωθῶς
νῶϊ
νῶι
νωΐτερος
νωίτερος
νῶκαρ
νωκαρώδης
νωκελίς
Νῶλα
Νώλανοι
νωλεμές
νωλεμέως
νῶμα
νωμάω
νωμεύς
νωμήσιμος
νώμησις
νωμητής
νωμήτωρ
νῷν
Νῶναι
νῶναι
Νωνακριᾶτις
Νώνακρις
Νώνιος
νωνυμία
νωνυμνί
νώνυμνος
νώνυμος
νωπέομαι
Νῶρα
Νῶρβα
Νωρβανός
νωρεῖ
Νωρικοί
Νώρικον
νῶροψ
νωσα
…
νωκελίς
Save
LSJ
νωκελίς, ίδος, ἡ,
= νωχελίς, Ps.-
Dsc.
3.103.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}