νωκαρώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape νωκᾰρώδης, ες, = foreg. II, Diph. 18.7. νωκαρώδης, ης, ες [ᾰ] léthargique, Diph. (Ath. 133f). Étym. νῶκαρ, -ωδης. νωκαρώδης, ες, schläfrig, neben κατημβλυωμένον, Diphil. bei Ath. IV.133f.