Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νωθώδης
νωθώδης, lethargic
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νωγαλεύω
νωγαλίζω
νωγάλισμα
νώγαλον
νωδογέρων
νωδός
νωδότης
νωδυνία
νώδυνος
νῶε
Νῶε
νώθεια
νωθής
νωθητός
νωθός
νωθουρίς
νώθουρος
νωθράς
νωθρεία
νωθρεπιθέτης
νωθρεύω
νωθρία
νωθριάω
νωθρίη
νωθροκάρδιος
νωθροποιός
νωθρός
νωθρότης
νωθρώδης
νωθρῶς
νωθώδης
νωθῶς
νῶϊ
νῶι
νωΐτερος
νωίτερος
νῶκαρ
νωκαρώδης
νωκελίς
Νῶλα
Νώλανοι
νωλεμές
νωλεμέως
νῶμα
νωμάω
νωμεύς
νωμήσιμος
νώμησις
νωμητής
νωμήτωρ
νῷν
Νῶναι
νῶναι
Νωνακριᾶτις
Νώνακρις
Νώνιος
νωνυμία
νωνυμνί
νώνυμνος
νώνυμος
νωπέομαι
…
νωθώδης
Save
νωθώδης, lethargic
LSJ
νωθώδης, ες, of persons,
lethargic,
Aret.
SD
2.5.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}