Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξηρίγγιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξεσμός
ξέσσα
ξέσσε
ξεστασία
ξέστης
ξεστιαῖος
ξεστίζω
ξεστίον
ξεστός
ξεστουργία
ξέστριξ
ξέστρον
ξέω
ξηνός
ξηρά
ξηραίνω
ξηραλειπτέω
ξηραλειφέω
ξηράλειψις
ξηραλοιφέω
ξηραλοιφία
ξηραμπέλινος
ξήρανσις
ξηραντέον
ξηραντικός
ξηραντικῶς
ξηρασία
ξήρασις
ξηρασμός
ξηράφιον
ξηρίγγιος
ξηρίγγοι
ξήριγγος
ξηρίον
ξήριον
ξῆρις
ξηρίς
ξηροάμυλον
ξηροβαλανιστέον
ξηροβάτης
Ξηροβάτης
ξηροβατικός
ξηρόβηξ
ξηροβιωτικός
ξηρόδερμος
ξηροκακοζηλία
ξηρόκαρπος
ξηροκαρυόφυλλον
ξηροκέφαλος
ξηροκόλλα
ξηροκολλούριον
ξηρόκοπτον
ξηρόκοπτος
ξηρολογία
ξηρολουσία
ξηρολουτρέω
ξηρόμυρον
ξηρονομικός
ξηροποιέω
ξηροποιός
ξηροπόταμος
…
ξηρίγγιος
Save
Pape
ξηρίγγιος
, od.
ξήριγγος
, = ξηροπόταμος, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}