ξηρασμός Save LSJ Bailly 2024 Pape ξηρ-ασμός, gloss on αὐασμός, Erot. ξηρασμός, οῦ (ὁ) c. ξήρανσις, Erot. vo αὐασμός. ξηρασμός, ὁ, = ξήρανσις, Sp.