ξυλοπέταλον Save LSJ Bailly 2024 Pape ξῠλο-πέτᾰλον, τό, = πεντέφυλλον, Dsc. 4.42. ξυλο·πέταλον, ου (τὸ) [ῠᾰ] autre n. de la plante ξυλόλωτος, Diosc. 4, 42. ξυλοπέταλον, τό, Holzblatt, eine Pflanze, Diosc.