ξυλοφάγος
ξυλοφάγος, eating wood
ξῠλο-φάγος [ᾰ], ον,
- eating wood, σκώληξ Str. 12.7.3; cj. for ὑλο- in Ant.Lib. 22.5.
ξυλο·φάγος, ος, ον [ῠᾰ] qui mange le bois, Str. 570 ; A. Lib. 22.
Étym. ξ. φαγεῖν.
ξυλοφάγος, Holz fressend, von Würmern, Strab. 12.7.3 u. oft.
ξυλοφάγος
ξῠλο-φάγος, ον,
φᾰγεῖν
- eating wood, Strab.