ξυλοτρώκτης
ξυλοτρώκτης, eating wood
ξῠλο-τρώκτης, ου, ὁ,
- eating wood, σκώληξ Suid. s.v. τερηδών.
ξυλοτρώκτης, ὁ, Holznager, -spalter, Suid.
ξυλοτρώκτης, eating wood