ξυλοχίζομαι
ξυλοχίζομαι, gather wood
ξῠλοχ-ίζομαι, Dor. ξῠλοχ-ίσδομαι,
- = ξυλίζομαι, ἐρείκας Theoc. 5.65.
*ξυλοχίζομαι, dor. ξυλοχίσδομαι [ῠ] ramasser du bois, Thcr. Idyl. 5, 65.
Étym. ξύλοχος.
ξυλοχίζομαι, dor. ξυλοχίσδομαι, = ξυλίζομαι, Theocr. 5.65.
ξυλοχίζομαι
ξῠλοχίζομαι,
Doric ίσδομαι, ξυλίζομαι, Theocr.