ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτος, fenced with wood
ξῠλό-φρακτος, ον,
- fenced with wood, ξ. γέφυρα, = pons sublicius, D.H. 3.55, 5.24, 9.68.
ξυλό·φρακτος, ος, ον [ῠ] bâti sur pilotis (lat. pons sublicius) DH. 3, 55, etc.
Étym. ξ. φράσσω.
ξυλόφρακτος, mit Holz eingehägt, befestigt, γέφυρα, Dion.Hal. 5.24.