ξυστοβόλος
ξυστοβόλος, spear-darting
ξυστοβόλος, ον,
- spear-darting, of Dionysus, AP 9.524.15.
ξυστο·βόλος, ος, ον, qui lance une javeline, Anth. 9, 524, 15.
Étym. ξυστόν, βάλλω.
ξυστοβόλος, speerwerfend, Bacchus, Hymn. Bach. (IX.524.15).
ξυστοβόλος
ξυστο-βόλος, ον,
βάλλω
- spear-darting, Anth.