ξυσταρχία
ξυσταρχία, office of ξυστάρχης
ξυσταρχ-ία, ἡ,
- office of ξυστάρχης, τυχόντα τῆς διὰ γένους ξ. SIG 1073.9 (Olympia, ii A. D.): in pl., IGRom. 4.1419b1, Delph. 3(1).466.6.