Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυστηρίδιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυροποιός
ξυρός
ξυρουργός
ξυροφορέω
ξυρρ
ξυρρ-
ξυρράπτω
ξυρρέω
ξυρρήγνυμι
ξύρω
ξύσιλος
ξῦσις
ξύσις
ξυσκιάζω
ξυσκοτάζω
ξύσμα
ξυσμάλιον
ξυσμάτιον
ξυσματώδης
ξυσμή
ξυσμός
ξυσσ
ξυστάδες
ξυστάλλιον
ξυσταρχέω
ξυστάρχης
ξυσταρχία
ξύστασις
ξυστέλλω
ξυστήρ
ξυστηρίδιον
ξυστήριον
ξυστήριος
ξύστης
ξυστιδωτός
ξυστικός
ξυστίς
ξυστοβόλος
ξυστόν
ξυστός
ξυστοφορέω
ξυστοφόρος
ξύστρα
ξυστρεία
ξυστρέφω
ξυστρίον
ξυστρίς
ξυστροειδής
ξυστρολήκυθος
ξῦστρον
ξύστρον
ξυστροποιός
ξυστροφύλαξ
ξυστρόω
ξυστρωτός
ξύστωρ
ξύφος
ξύω
ξώστρα
ο
ὁ
…
ξυστηρίδιον
Save
LSJ
ξυστ-ηρίδιον, τό, Dim. of foreg.,
Phryn.
PS
p.88 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}