Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οἰκονομητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οἰκοδομημάτιον
οἰκοδόμησις
οἰκοδομητέον
οἰκοδομητέος
οἰκοδομητική
οἰκοδομητικός
οἰκοδομητός
οἰκοδομία
οἰκοδομικός
οἰκοδομιστήριος
οἰκοδόμος
οἰκοδοχεύς
οἰκοθαλής
οἴκοθεν
οἰκόθεν
οἰκόθετος
οἴκοθι
οἰκόθουρος
οἰκόθρεπτος
οἴκοι
οἰκοκερδής
οἰκοκρατέομαι
οἰκοκρατέω
οἰκομαχία
οἶκόνδε
οἰκόνδε
οἰκονομέω
οἰκονόμημα
οἰκονομημένως
οἰκονομητέον
οἰκονομητικός
οἰκονομία
οἰκονομικός
οἰκονομικῶς
οἰκονόμισσα
οἰκονόμος
οἰκοπεδικός
οἰκόπεδον
οἰκοποιέω
οἰκοποιός
οἰκοπορεῖα
οἰκόριος
οἶκος
οἰκός
οἴκοσε
οἰκοσιτέω
οἰκοσιτία
οἰκόσιτος
οἰκοσκευή
οἰκοσκοπητικόν
οἰκοσκοπικόν
οἰκοσόος
οἰκότης
οἰκοτραφής
οἰκοτρίβαιος
οἰκοτριβής
οἰκοτρίβης
οἰκοτριβικός
οἰκότριψ
οἰκότροφος
οἰκοτύραννος
…
οἰκονομητικός
Save
Pape
οἰκονομητικός
,
f.l.
für οἰκονομικός, Xen.
Cyr
. 2.2.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}