οἰμωγμός Save LSJ Bailly 2024 Pape οἰμ-ωγμός, ὁ, = οἰμωγή, S. Fr. 941.5. οἰμωγμός, οῦ (ὁ) c. οἰμωγή, Soph. fr. 678. οἰμωγμός, ὁ, = οἰμωγή, Soph. fr. 678.