οἰκώς Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape οἰκώς, v. ἔοικα. οἰκώς, v. *εἴκω. οἰκώς ptc. van ἔοικα. οἰκώς, υῖα, ός, ion. = ἐοικώς, υῖα, ός.