οἰμωξία
οἰμ-ωξία, ἡ,
- = οἰμωγή, Hsch. (prob. οἰμώξειαν, quoted from S. Aj. 963); οἰμωκτίαν (sic) f.l. in Phot.
οἰμωξία, ἡ, = οἴμωξις, Hesych.