πάγκρανον
πάγ-κρᾱνον, τό,
- = θαψία, Ps.-Dsc. 4.153 (παγκράτιον Wellmann).
πάγ·κρανον, ου (τὸ) thapsia, Diosc. 4, 157.
Étym. π. *κράνον.
πάγκρανον, τό, eine Pflanze, Diosc. 4.157.