παγκατάρατος
παγκατάρατος, all-accursed
παγ-κατάρᾱτος [ᾰρ], ον,
- all-accursed, Ar. Lys. 588.
παγ·κατάρατος, ος, ον [κᾰρᾱ] tout à fait exécrable, Ar. Lys. 588.
Étym. π. κατάρατος.
παγκατάρατος, [ρᾱ], ganz zu verfluchen, ganz verwünscht, Ar. Lys. 588.