Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παγκρατευτής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παγκάρπεια
παγκαρπία
παγκάρπιος
πάγκαρπος
Παγκάστη
παγκαταγέλαστος
παγκατάμικτος
παγκατάπυγον
παγκαταπύγων
παγκατάρατος
παγκευθής
παγκλάδια
πάγκλαυστος
πάγκλαυτος
παγκλέϊστος
πάγκλειτος
παγκλέπτης
Παγκλέων
παγκληρία
πάγκληρος
πάγκλυτος
πάγκοινος
παγκοίνως
παγκοίρανος
παγκοίτης
παγκόνιτος
παγκόσμιος
πάγκοσμος
παγκράδη
πάγκρανον
παγκρατευτής
παγκρατής
Παγκράτης
παγκρατησία
παγκρατιάζω
παγκρατιαστής
παγκρατιαστικός
παγκράτιον
παγκράτιστος
παγκρατορικός
παγκράτωρ
πάγκρεας
παγκρότως
πάγκρυφος
παγκτήμων
παγκτησία
παγκτητικός
παγκύνιον
πάγκυφος
πάγνιον
πάγνυμι
πάγξενος
παγόλυτον
παγόλυτος
παγοπληξία
πάγος
πᾶγος
Πάγος
παγός
Παγουρίδαι
παγούριον
…
παγκρατευτής
Save
LSJ
παγκρᾰτ-ευτής, οῦ, ὁ,
= παγκρατιαστής,
Ps.-Callisth.
1.18.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}