Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πήλωμα
πήλωμα, mud
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηλοπλάθος
πηλόπλαστος
πηλοπλάτων
Πηλοπλάτων
πηλοποιέω
πηλοποιητικός
πηλοποιία
πηλοποιϊκός
πηλοποιός
πηλός
πηλοστρόφιον
πηλότροφος
πηλουργέω
πηλουργία
πηλουργός
Πηλουσιακόν
Πηλουσιακός
Πηλούσιον
πηλούσιον
Πηλούσιος
Πηλουσιώτης
πηλοφορέω
πηλοφόρος
πηλόχυτος
πηλόω
πήλυι
πηλύνω
πῆλυξ
πηλώδης
πηλώεις
πήλωμα
πήλωσις
πῆμα
πημαίνω
πήμανσις
πημαντέον
πημαντέος
πημαντός
πημονή
πῆμος
πημοσύνη
πήμων
πῆν
πήνα
πηνάομαι
πηνάω
πήνειον
Πηνειός
Πηνέλεως
Πηνελόπα
Πηνελόπεια
Πηνελόπη
πηνέλοψ
πήνη
πηνήκη
πηνηκίζω
πηνήκισμα
πηνῆτις
πηνίζομαι
πηνίζω
πηνίκα
…
πήλωμα
Save
πήλωμα, mud
LSJ
πήλ-ωμα, ατος, τό,
mud,
Charis. p.33 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}