Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πήμανσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηλοποιέω
πηλοποιητικός
πηλοποιία
πηλοποιϊκός
πηλοποιός
πηλός
πηλοστρόφιον
πηλότροφος
πηλουργέω
πηλουργία
πηλουργός
Πηλουσιακόν
Πηλουσιακός
Πηλούσιον
πηλούσιον
Πηλούσιος
Πηλουσιώτης
πηλοφορέω
πηλοφόρος
πηλόχυτος
πηλόω
πήλυι
πηλύνω
πῆλυξ
πηλώδης
πηλώεις
πήλωμα
πήλωσις
πῆμα
πημαίνω
πήμανσις
πημαντέον
πημαντέος
πημαντός
πημονή
πῆμος
πημοσύνη
πήμων
πῆν
πήνα
πηνάομαι
πηνάω
πήνειον
Πηνειός
Πηνέλεως
Πηνελόπα
Πηνελόπεια
Πηνελόπη
πηνέλοψ
πήνη
πηνήκη
πηνηκίζω
πηνήκισμα
πηνῆτις
πηνίζομαι
πηνίζω
πηνίκα
πηνίκη
πηνικίζω
πηνίκισμα
πηνίον
…
πήμανσις
Save
Pape
πήμανσις
, ἡ,
das Verletzen, Beschädigen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}