πίττινος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πίττῐνος, πιττόω, πίττωσις, πιττωτός, Att. for πίσσινος, etc. πίττινος, v. πίσσινος. πίττινος -ον, Ion. πίσσινος [πίττα] pekachtig. πίττινος, att. statt πίσσινος.