πιτύα Save LSJ Bailly 2024 Pape πῑτύα [ῠ], ἡ, v. πυτία. πιτύα, ας (ἡ) c. πυτία, Erot. 368 ; Diosc. 1, 183 ; 2, 21. πιτύα, ἡ, zw. L. statt πυτία.