παγιότης
παγιότης, certainty
παγῐ-ότης, ητος, ἡ,
- certainty, Hsch. s.v. εὐστάθεια.
παγιότης, ητος (ἡ) [ᾰ] fixité, solidité, Nyss. 1, 128 d Migne.
Étym. πάγιος.
παγιότης, ητος, ἡ, Festigkeit, Bestimmtheit, Sp.