παιδοφίλης
παιδο-φίλης [ῐ], ου, ὁ,
- = παιδεραστής, Thgn. 1357, Telecl. 49.
παιδο·φίλης, ου (ὁ) qui aime les enfants, Thgn. 1357 ; Télécl. (Com. fr. 2, 378).
Étym. παιδοφιλέω.
παιδοφίλης, ὁ, = παιδόφιλος ; Theogn. 1357 ; Glauc. 1, Ep.adesp. 34 (XII.14.145).
παιδοφίλης
παῐδο-φίλης, ου, ὁ,
= παιδεραστής, Theogn.