παιδουργέω
παιδουργέω, have children
παιδουργ-έω,
- = παιδοποιέω, E. Ion 175 (lyr.).
παιδουργέω-ῶ, c. παιδοποιέω, Eur. Ion 175.
Étym. π. ἔργον.
παιδουργέω, Kinder zeugen, Eur. Ion 175, von einem Vogel gesagt.
παιδουργέω, ἡ,
= παιδοποιέω, Eur.