παιδουργός
παιδουργ-ός, όν,
- = παιδοποιός 2, μόρια Ascl. in Metaph. 411.3, Olymp. in Grg. p.262 J.
παιδουργός, Kinder zeugend, Sp.
παιδουργός, όν
*ἔργω
= παιδοποιός.