παλίγκραιπνος
παλίγκραιπνος, very swift
παλίγ·κραιπνος, ος, ον [ᾰ] très agile, Anth. 15, 27.
Étym. π. κραιπνός.
παλίγκραιπνος, sehr schnell, ποσί, Simm. ovum (XV.27).
παλίγκραιπνος
πᾰλίγ-κραιπνος, ον,
- very swift, Anth.