Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλιμβαλής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλιγκλινής
παλιγκοταίνω
παλιγκοτέω
παλιγκότησις
παλιγκοτία
παλίγκοτος
παλιγκότως
παλίγκραιπνος
παλιγκρισία
παλίγκτησις
παλίγκτιστος
παλίγκυρτος
παλίγλωσσος
παλίγναμπτος
παλιδερκής
παλίδορκος
παλίδρομος
παλίζεσθαι
παλίζωος
παλικαμπής
Παλικάμπης
Παλική
Παλικοί
παλίλληπτος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίλλυτος
παλιμβακχειακός
παλιμβάκχειος
παλιμβαλής
παλίμβαμος
παλίμβιος
παλιμβλαστής
παλίμβλαστος
παλιμβληθείς
Παλιμβόθρα
παλιμβολία
παλίμβολος
παλιμβορέας
παλιμβουλία
παλίμβουλος
παλιμμαχέω
παλιμμεταβολή
παλιμμήκης
παλίμπαις
παλίμπαστος
παλίμπεμπτος
παλιμπέτεια
παλιμπετής
παλίμπηγα
παλιμπηγής
παλίμπηγος
παλίμπηξις
παλίμπισσα
παλίμπλαγκτος
παλιμπλάζομαι
παλιμπλάζω
παλιμπλανής
παλιμπλεκής
παλίμπλοος
…
παλιμβαλής
Save
LSJ
πᾰλιμ-βᾰλής, ές,
= ὕπτιος,
Call.
Fr.anon.
52.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}