About
Menu

παλίγγναμπτος

παλίγγναμπτος, bent

πᾰλίγ-γναμπτος, ον,
  • bent or doubled back, κέλευθοι Tryph. 523; written παλίγναμπτος in Opp. C. 2.305, H. 1.54.

Saved

Recent