Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλιγκινής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλεομίσημα
παλεονυμφάγονος
πάλευμα
παλευτά
παλευτής
παλευτικόν
παλεύτρια
παλευτρίς
παλεύω
παλέω
πάλη
παλή
πάλημα
παλημάτιον
Παλῆς
Παλθάνωρ
πάλι
παλίβλαστος
παλίβολος
παλιγγέλως
παλιγγενεσία
παλιγγενέσιος
παλιγγενής
παλιγγίγνομαι
παλίγγλωσσος
παλίγγναμπτος
παλίγγνωστος
παλιγγραφία
παλιγκαπηλεύω
παλιγκάπηλος
παλιγκινής
παλίγκλαστον
παλίγκλαστος
παλιγκλινής
παλιγκοταίνω
παλιγκοτέω
παλιγκότησις
παλιγκοτία
παλίγκοτος
παλιγκότως
παλίγκραιπνος
παλιγκρισία
παλίγκτησις
παλίγκτιστος
παλίγκυρτος
παλίγλωσσος
παλίγναμπτος
παλιδερκής
παλίδορκος
παλίδρομος
παλίζεσθαι
παλίζωος
παλικαμπής
Παλικάμπης
Παλική
Παλικοί
παλίλληπτος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίλλυτος
…
παλιγκινής
Save
Pape
παλιγκινής
, ές,
zurückbewegt, Schol. Ap.Rh
. 4.1315 Erkl. von παλιμπετής.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}