πάλημα
πάλ-ημα [πᾰ], ατος, τό,
- = foreg., π. ὀρόβοιο Nic. Al. 551.
πάλημα, ατος (τὸ) [ᾰλ] farine très fine, Nic. Al. 551 (πάλη 2).
πάλημα, τό, feines, durchgesiebtes Mehl ; μυλοεργὲς ὀρόβοιο, Nic. Al. 551 ; Poll. 7.21.