Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλίγλωσσος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Παλθάνωρ
πάλι
παλίβλαστος
παλίβολος
παλιγγέλως
παλιγγενεσία
παλιγγενέσιος
παλιγγενής
παλιγγίγνομαι
παλίγγλωσσος
παλίγγναμπτος
παλίγγνωστος
παλιγγραφία
παλιγκαπηλεύω
παλιγκάπηλος
παλιγκινής
παλίγκλαστον
παλίγκλαστος
παλιγκλινής
παλιγκοταίνω
παλιγκοτέω
παλιγκότησις
παλιγκοτία
παλίγκοτος
παλιγκότως
παλίγκραιπνος
παλιγκρισία
παλίγκτησις
παλίγκτιστος
παλίγκυρτος
παλίγλωσσος
παλίγναμπτος
παλιδερκής
παλίδορκος
παλίδρομος
παλίζεσθαι
παλίζωος
παλικαμπής
Παλικάμπης
Παλική
Παλικοί
παλίλληπτος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίλλυτος
παλιμβακχειακός
παλιμβάκχειος
παλιμβαλής
παλίμβαμος
παλίμβιος
παλιμβλαστής
παλίμβλαστος
παλιμβληθείς
Παλιμβόθρα
παλιμβολία
παλίμβολος
παλιμβορέας
παλιμβουλία
παλίμβουλος
παλιμμαχέω
…
παλίγλωσσος
Save
Pape
παλίγλωσσος
, = παλίγγλωσσος, Hesych., der βλάσφημος erkl.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}