Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλιμμαχέω
παλιμμαχέω, renew the fight
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλίγλωσσος
παλίγναμπτος
παλιδερκής
παλίδορκος
παλίδρομος
παλίζεσθαι
παλίζωος
παλικαμπής
Παλικάμπης
Παλική
Παλικοί
παλίλληπτος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίλλυτος
παλιμβακχειακός
παλιμβάκχειος
παλιμβαλής
παλίμβαμος
παλίμβιος
παλιμβλαστής
παλίμβλαστος
παλιμβληθείς
Παλιμβόθρα
παλιμβολία
παλίμβολος
παλιμβορέας
παλιμβουλία
παλίμβουλος
παλιμμαχέω
παλιμμεταβολή
παλιμμήκης
παλίμπαις
παλίμπαστος
παλίμπεμπτος
παλιμπέτεια
παλιμπετής
παλίμπηγα
παλιμπηγής
παλίμπηγος
παλίμπηξις
παλίμπισσα
παλίμπλαγκτος
παλιμπλάζομαι
παλιμπλάζω
παλιμπλανής
παλιμπλεκής
παλίμπλοος
παλίμπλους
παλίμπλυτος
παλίμπλωτος
παλιμπνόη
παλίμπνοια
παλιμπνοίη
παλίμπνοος
παλίμποινος
παλιμπόρευτος
παλίμπορος
παλίμποτον
παλίμπους
…
παλιμμαχέω
Save
παλιμμαχέω, renew the fight
LSJ
πᾰλιμ-μᾰχέω,
renew the fight,
Lyd.
Mag.
3.55.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}