παλίμβουλος Save LSJ Pape πᾰλίμ-βουλος, f.l. for -βολος, Adam. 1.15, Sch. Th. 3.37, Eust. 375.1. παλίμβουλος, den Entschluß ändernd, Sp., wie Schol. Thuc. 3.37.