παναγρεύς
παναγρεύς, one who catches everything
παν-αγρεύς, έως, ὁ,
- one who catches everything, παναγρέος ἐλπίδα Μοίρης AP 7.609 (Paul.Sil.); φυλάκων . . παναγρέα κανθόν ib. 5.218 (Id.).
παν·αγρεύς, έως (ὁ) [ᾰν] c. le suiv. Phocyl. fr. 202 Bgk.
παναγρεύς, ὁ, der Alles Fangende, κανθὸς φυλάκων, Paul.Sil. 1 (V.219).
παναγρεύς
πᾰν-αγρεύς, έως, ὁ,
- one who catches everything, Anth.