πάναιθος
πάναιθος, all-blazing
πᾰν-αιθος, η, ον,
- all-blazing, κόρυθες Il. 14.372.
πάν·αιθος, η, ον, tout resplendissant, Il. 14, 372.
Étym. π. αἴθω.
πάναιθος, η, ον, ganz glänzend, funkelnd, παναίθῃσι κορύθεσσι, Il. 14.372.
πάναιθος
-η
[παν-, πᾶς + αἴθω.]
Gleaming all over : κορύθεσσιν Il. 14.372.
πάναιθος (αἴθω): all-glowing, burnished, Il. 14.372†.
πάναιθος
πάν-αιθος, [πᾰν-] ος, η, ον
- all-blazing, Il.