πανάγρυπνος
πανάγρυπνος, all-wakeful
παν-άγρυπνος, ον,
- all-wakeful, μέριμνα AP 7.195 (Mel.).
παν·άγρυπνος, ος, ον [ᾰν] tout à fait éveillé, d’où inquiet, Anth. 7, 195.
Étym. π. ἄγρυπνος.
πανάγρυπνος, ganz schlaflos, ganz wach, μέριμνα, Mel. 112 (VII.195).
πανάγρυπνος
πᾰν-άγρυπνος, ον,
- all-wakeful, Anth.