πανδοχεῖον
παν-δοχεῖον, πανδοχεύς, v. πανδοκεῖον, πανδοκεύς.
πανδοχεῖον, ου (τὸ)
1 réceptacle, réservoir, Str. 5, 3, 9 ; 12, 8, 17 Kram. ||
2 auberge, Pol. 2, 15, 5 ; Phil. 1, 483, etc.
Étym. πᾶν, δέχομαι.
πανδοχεῖον, τό, = πανδοκεῖον, Sp.
Strong 3829
*
an inn (