πανδόκισσα
παν-δόκισσα, ἡ,
- = πανδοκεύτρια, St.Byz. s.v. Καππαδοκία.
πανδόκισσα, ης, adj. f. c. πανδοκεύτρια, E. Byz. vo Καππαδοκία.
πανδόκισσα, ἡ, = πανδοκεύτρια, St.B. v. Καππαδοκία.