πανδόκεια
πανδόκεια, hostess
παν-δόκεια, ἡ,
- hostess, Hdn.Gr. 1.248:—written παν-δόκια, IG 14.24 (Syracuse).
πανδόκεια, ἡ, = πανδοκεύτρια, Arcad. p. 174.
πανδόκεια, hostess